Apologies

Η είδηση έχει βάθος.

«Έρευνα του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας έδειξε ότι οι φοιτητές που είχαν κάνει αίτηση για μετεγγραφή στο Πανεπιστήμιο Κύπρου δεν έχουν καμιά συγγενική σχέση με την οικογένεια του Πρύτανη του Πανεπιστημίου. Η έρευνα έγινε με αίτημα του Πρύτανη μετά από καταγγελίες του Προέδρου της ΟΕΛΜΕΚ Δημήτρη Ταλιαδώρου και του βουλευτή του ΔΗΣΥ Ανδρέα Θεμιστοκλέους.»

Πολλά μαθαίνουμε από αυτή την είδηση.

Πρώτον, ο Πρύτανης έδωσε ένα υπόδειγμα συμπεριφοράς θεσμικών αξιωματούχων και σεβασμού των θεσμών. Αφέθηκε στην κρίση του ανεξάρτητου θεσμού του Γενικού Ελεγκτή, προστατεύοντας με τον τρόπο αυτόν το θεσμό που ο ίδιος εκπροσωπεί, δηλαδή του Πανεπιστημίου.

Προσέξτε τη διαφορά του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Κύπρου από τον παυθέντα Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος όταν παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο πέρασε σε αντεπίθεση κατηγοριών επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, το Θεό και την οικογένειά του. Θλίβουν όλους τους πολίτες, που διαθέτουν ελάχιστο ίχνος ευαισθησίας, τα επαγγελματικά προβλήματα του κ. Ερωτοκρίτου αλλά, περί θεσμών η συζήτηση και όχι περί προσώπων.

Ομοίως, είχα εισηγηθεί στην Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας να παραπέμψει στο Ανώτατο Δικαστήριο τις κατηγορίες για σύγκρουση συμφερόντων της ίδιας με τις επαγγελματικές υποθέσεις της θυγατέρας της και του εν διαστάσει συζύγου της αναφορικά με τις υποθέσεις Αντρέα Βγενόπουλου. Δυστυχώς, η εισήγηση προκάλεσε έναν συνδυασμό θυμηδίας (να παραπέμψει κάποιος τον εαυτό του στο Δικαστήριο!) και αγανάκτησης (ουδέν μεμπτό!). Ας αναλογισθούμε όμως πόσο καλύτερη θα ήταν η κατάσταση για τον θεσμό της Κεντρικής Τράπεζας αν η εισήγηση είχε εισακουστεί. Είτε το Δικαστήριο θα απέρριπτε τις κατηγορίες, ανεβάζοντας το κύρος της Διοικητού και προστατεύοντας την αξιοπιστία της Κεντρικής Τράπεζας, ή θα τις υιοθετούσε οπόταν η κα Γιωρκάτζη όφειλε να παραιτηθεί (έστω και αν η ίδια δεν είχε προσωπική ανάμειξη στις υποθέσεις τις θυγατέρας και του εν διαστάσει συζύγου της). Και πάλι περί θεσμών και όχι περί προσώπων η συζήτηση.

Περί θεσμών όμως και όχι περί προσώπων στρέφεται τώρα η συζήτηση για τους κατήγορους του Πρύτανη: Τον Πρόεδρο της ΟΕΛΜΕΚ Δημήτρη Ταλιαδώρο και τον βουλευτή του ΔΗΣΥ Ανδρέα Θεμιστοκλέους. Κατηγόρησαν δημοσίως τον Πρύτανη χωρίς οποιοδήποτε τεκμήριο. Σύμφωνα με την Ελεγκτική Υπηρεσία, «ο πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ όταν ρωτήθηκε αν έχει οποιαδήποτε στοιχεία παρέπεμψε σε δηλώσεις του στο ΡΙΚ «Εδώ λέγεται ότι πιθανόν να έχουν και συγγενικά πρόσωπα», ενώ δεν κατέστη δυνατή επικοινωνία με τον κ. Θεμιστοκλέους».  

Το δεύτερο που μαθαίνουμε είναι με πόση επιπολαιότητα κατηγορήθηκε ένας θεσμός για ευνοιοκρατία και νεποτισμό. Αντιλαμβάνονται οι κ.κ. Ταλιαδώρος και Θεμιστοκλέους ότι αν οι κατηγορίες τους ευσταθούσαν ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου θα οδηγείτο σε παραίτηση; Αναλογίστηκαν τις συνέπειες στον θεσμό του Πανεπιστημίου αλλά και στον κ. Χριστοφίδη από τους εντελώς αβάσιμους ισχυρισμούς τους;

Tο πιο σημαντικό για όλους μας είναι ακριβώς αυτό. Δηλαδή, ότι οι κατήγοροι του Πρύτανη δεν φαίνεται να κατανοούν τη σοβαρότητα των θεσμών που οι ίδιοι εκπροσωπούν. Ο κ. Ταλιαδώρος εκπροσωπεί τους δασκάλους των παιδιών μας. Ο κ. Θεμιστοκλέους είναι μέλος της Επιτροπής της Βουλής που καθορίζει το μέλλον της παιδείας για τους νέους μας.

Με επιπολαιότητα που δεν ταιριάζει στους θεσμούς που εκπροσωπούν, προσφέροντας κάκιστα παραδείγματα στους νέους μας, κατηγόρησαν δημόσια, κατηγόρησαν ατεκμηρίωτα και κατηγόρησαν ψευδώς.

Τώρα, οφείλουν μια δημόσια απολογία σε όσους κατηγόρησαν. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Μας οφείλουν την ίδια μεταχείριση που θα είχε ο Πρύτανης αν οι κατηγορίες τους ευσταθούσαν: την παραίτηση.

Απολογηθείτε και παραιτηθείτε λοιπόν κύριοι Ταλιαδώρε και Θεμιστοκλέους.

Συμπεριφερθείτε όπως ακριβώς θα αναμένατε να συμπεριφερθεί ο Πρύτανης αν οι κατηγορίες σας ευσταθούσαν. Αν το πράξετε αποδεικνύετε το γνήσιο ενδιαφέρον σας για την παιδεία και τους νέους μας. Διαφορετικά αποκαλύπτετε μια δειλία και επιπολαιότητα που δεν την χρειάζεται η παιδεία της χώρας.

Advertisements